καθησυχάζω

καθησυχάζω
καθησύχασα, καθησυχασμένος
1. ησυχάζω κάποιον, κάνω κάποιον να βρει την ησυχία του: Ήταν πολύ αναμμένος, αλλά τον καθησύχασα.
2. ηρεμώ, καταπραΰνομαι: Ύστερα απ' αυτές τις υποσχέσεις καθησύχασα.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • καθησυχάζω — καθησυχάζω, καθησύχασα, καθησυχασμένος βλ. πίν. 35 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • καθησυχάζω — (Α καθησυχάζω) ηρεμώ, γίνομαι γαλήνιος και ατάραχος, καταπραΰνομαι (α. «καθησύχασε μόλις άκουσε τα νέα» β. «ἐπεὶ δέ ποτε καθησύχασαν, οὕτω πως ἤρξατο τοῡ λέγειν», Πολ.) νεοελλ. κάνω κάποιον να ησυχάσει, καταπραΰνω, μαλακώνω, ξαναδίνω σε κάποιον… …   Dictionary of Greek

  • καθησυχασάντων — καθησυχάζω aor part act masc/neut gen pl καθησυχάζω aor imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθησυχάζει — καθησυχάζω pres ind mp 2nd sg καθησυχάζω pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθησυχάσομαι — καθησυχάζω aor subj mid 1st sg (epic) καθησυχάζω fut ind mid 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθησύχαζε — καθησυχάζω pres imperat act 2nd sg καθησυχάζω imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθησυχασθέντων — καθησυχάζω aor part pass masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθησυχάζειν — καθησυχάζω pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθησυχάσαντες — καθησυχάζω aor part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθησυχάσαντος — καθησυχάζω aor part act masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”